Ο Νίκος Ζάρκος διαθέτει μια πάρα πολύ σίγουρη τεχνική, βαθιά γνώση των έργων της μουσικής που εκτελεί και πάνω από όλα ιδεολογία.
Προσωπικά του εύχομαι να έχει μια μεγάλη καριέρα.
Την Κυριακή 1 Φεβρουαρίου έφυγε από τη ζωή ο μεγάλος συνθέτης και φίλος Lukas Foss. Το Lukas τον πρωτογνώρισα το 1962, όταν ο Μάνος Χατζιδάκις τον είχε προσκαλέσει να διευθύνει τα έργα του διαγωνισμού του Τεχνολογικού Ινστιτούτου με τα βραβεία «Μάνος Χατζιδάκις». Την εποχή εκείνη δίδασκε στο Πανεπιστήμιο του Λος Άντζελες (U.C.L.A.). Είχε αντικαταστήσει τον Arnold Schoenberg μετά το θάνατό του και δίδασκε σύνθεση. Είχε δημιουργήσει το ensemble αυτοσχεδιασμού, το οποίο είχε κάνει μεγάλη διεθνή εντύπωση. Όταν βρέθηκα για πρώτη φορά στην Αμερική το 1966, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, τον συνάντησα στο Buffalo, όπου ήταν μουσικός διευθυντής της συμφωνικής ορχήστρας. Από τότε, όσο καιρό βρισκόμουν στην Αμερική ή όσες φορές τον προσκάλεσα στην Ελλάδα, ήμασταν πολύ κοντά ο ένας στον άλλον. Επρόκειτο για έναν εκπληκτικό μουσικό, πολύ σπουδαίο άνθρωπο, που αποδείκνυε σε κάθε στιγμή το πόσο σπουδαίος φίλος ήταν. Ο Leonard Bernstein, κοινός μας φίλος, που μάλλον δύσκολα εκφραζόταν επαινετικά για άλλους συναδέλφους και μουσικούς γενικά, μου έλεγε συχνά το πόσο μεγάλη ιδιοφυία ήταν ο Lukas Foss.
Δεν έγινε ποτέ «σταρ». Όχι γιατί δεν είχε τα προσόντα του πολύ μεγάλου, αλλά γιατί ήταν ένας «αναπάντεχος» δημιουργός. Συνεχώς και με τη περιέργεια ενός μικρού παιδιού, έψαχνε, ανακάλυπτε και πρότεινε νέες ιδέες στη μουσική. Αυτό το «αναπάντεχο» είναι βέβαια αρνητικό για την περίπτωση των «σταρς» που θα πρέπει πάντα να είναι αναγνωρίσιμοι. Ο Lukas δε σταμάτησε ποτέ να ψάχνει, να ανακαλύπτει, να προτείνει. Ακόμη, δεν έπαψε ποτέ να παρουσιάζει τη μουσική των νέων, τη μουσική των σύγχρονων τάσεων και πάντα με πολύ μεγάλη φαντασία. Μπορώ να πω ότι έχει προσφέρει πάρα πολλά στη διάδοση της σύγχρονης μουσικής, όχι μόνο με το έργο του, αλλά και με το ότι διηύθυνε και παρουσίαζε όλα αυτά τα καινούργια έργα.
Είμαι πολύ ευτυχής που έγινα η αφορμή να τον προσκαλέσουν στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης και να είναι συνάδελφός μου εκεί, για πολλά χρόνια, αν και τα τελευταία 4-5 χρόνια, τα συμπτώματα Alzheimer, άρχισαν να περιορίζουν το μεγάλο αυτό πνεύμα. Οι ανεκτίμητες πολλαπλές του γνώσεις, έπαψαν πια να διοχετεύονται στις νεότερες γενιές. Θεωρούσα πάντα ότι ήταν ο μικρός μου αδερφός. Αισθανόμουν μια τρυφερότητα γι’ αυτόν το μεγάλο άνθρωπο. Τον αποκαλούσα λοιπόν «ο μικρός μου αδερφός». Κι εκείνος βέβαια πάντα γελούσε γιατί ήταν πιο μεγάλος από εμένα και στα χρόνια, αλλά και στο μουσικό εύρος. Είναι μια ανάλογη τρυφερότητα, που ένιωθα και για το Δημήτρη Δραγατάκη.
Η ιδιοφυία του Lukas Foss ξεκίνησε από τα παιδικά του χρόνια. Έγραψε την πρώτη του όπερα, όταν ήταν 7 χρονών και όταν έγινε 9, επειδή δεν του άρεσε, την αποκήρυξε. Στα 11 του χρόνια έγραψε μια άλλη όπερα. Τα έργα για πιάνο που είχε γράψει από την ηλικία των 7-8 χρόνων μέχρι και τα 14 έδειχναν το εύρος ενός μεγάλου ταλέντου. Ήταν εντυπωσιακό που σε ηλικία 14 ετών, ο νεοφερμένος τότε, απ’ τη Γαλλία στην Αμερική Lukas, έπαιξε σε μια συναυλία στο Carnegie Hall αποκλειστικά τα έργα του. Αυτά κυκλοφορούν σε cd και είναι πράγματι εκπληκτικά. Έλεγε πως είναι ο πρώτος Αμερικανός συνθέτης αυτής της γενιάς και των επόμενων που δε σπούδασε με την Nadia Boulanger (καθηγήτρια με την οποία σπούδαζαν όλοι εκείνο το καιρό, από τον Copland μέχρι τους τελευταίους). Επίσης διηγείται ότι ο Paul Hindemith τον θεωρούσε πολύ ατίθασο, γιατί τολμούσε να μη τον αντιγράφει! Ο Hindemith σαν καθηγητής ζητούσε πάντα οι μαθητές του να γράφουν και να σκέφτονται όπως εκείνος. Και ο πολύ νεαρός τότε Lukas ήταν ο μεγάλος επαναστάτης που τόλμησε να μη μιμηθεί το Hindemith. Μου έλεγε ότι την εποχή εκείνη είχε ανακαλύψει το Stravinsky και ο Hindemith δε τον ενδιέφερε.
Ο χαμός του Lukas δημιουργεί ένα τεράστιο διεθνές κενό: εθνικό για τους Αμερικανούς, τοπικό για τη Βοστόνη και το Πανεπιστήμιο της Βοστόνης που δίδαξε τα τελευταία του χρόνια, και ακόμη, μεγάλο κενό σε μένα που χάνω έναν τέτοιο σπουδαίο φίλο. Σίγουρα ήταν από τους ανθρώπους που όλοι θα θέλαμε να του μοιάσουμε, ως χαρακτήρας, ως άνθρωπος και ως καλλιτέχνης.
Την Τετάρτη 14 Ιανουαρίου, είχα τη χαρά ν’ ακούσω το ρεσιτάλ πιάνου του Τάσου Πάππα στην αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Λέω ότι είχα τη χαρά, γιατί τόσο η εκτέλεση των έργων, όσο και το πρόγραμμα που παρουσίασε, ήταν πραγματικά μοναδικό. Ξεκίνησε με τη Fughata για τσέμπαλο, έναν αυτοσχεδιασμό του Keith Jarrett, γραμμένο το 1973, το οποίο εκτελέστηκε με πολύ προσεγμένη αισθητική και ατμόσφαιρα που απορρέει και από τις ηχογραφήσεις του ίδιου του Jarrett. Ακολούθησε το κολοσσιαίο έργο του L.V. Beethoven, η Σονάτα για πιάνο αρ.32 σε ντο ελάσσονα, έργο 111. Στο δεύτερο μέρος παρουσίασε, αν δε κάνω λάθος σε πρώτη εκτέλεση στην Ελλάδα, την εκπληκτική και πολύ δεξιοτεχνική Σονάτα για πιάνο του Samuel Barber, έργο του 1949, με μια πολύ δυναμική εκτέλεση και με βαθιά γνώση της μουσικής, καθώς και το Black Earth, έργο του 40χρονου Τούρκου συνθέτη Fazil Say. Το τελευταίο έργο ήταν οι Χοροί του Alberto Ginastera που γράφτηκαν το 1937. Τρία σύντομα κομμάτια που βασίζονται ρυθμικά σε Αργεντίνικους χορούς (Danza del vijo boyero, Danza de la moza donosa, Danza del gaucho matrero). Ο δεύτερος, επηρεασμένοι από το ragtime, μου θύμισε και λίγο Scott Joplin. Δε πρόκειται να μπω σε λεπτομέρειες ενός μουσικοκριτικού, αλλά θέλω να σκιαγραφήσω αυτά που εισέπραξα από αυτή τη συναυλία. Ο Τάσος Πάππας είναι ένας εκπληκτικός βιρτουόζος με μια δυναμική γκάμα από δραματικές κορυφώσεις, σχεδόν «εκκωφαντικές», σε πολύ αιθέρια περάσματα λεπτεπίλεπτων πιανιστικών ήχων. Υπάρχει επίσης και μια δραματικότητα που τον χαρακτηρίζει. Αυτό φάνηκε στα έργα του Beethoven και του Barber. Ακόμη πιο εκπληκτικό ήταν η σημασία που έδινε στη κάθε γραμμή. Προβάλλει δηλαδή τις λεπτομέρειες που βγαίνουν από τις μελωδικές και αρμονικές συνηχήσεις και αποκαλύπτουν τις εσωτερικές λεπτομέρειες ενός έργου. Το κοινό ενθουσιάστηκε. Η συναυλία έκλεισε με ένα κομμάτι του George Gershwin και ένα του Schumann. Ήταν μια πάρα πολύ σημαντική βραδιά. Χαίρομαι ιδιαίτερα γιατί ο Τάσος, έπαιξε ένα από τα concerti μου για πιάνο με τη London Sinfonieta και το ίδιο concerto (μαζί με το 1ο concerto για πιάνο του Dimitri Shostakovich) με την ορχήστρα της Πάτρας υπό τη διεύθυνσή μου.

Το έργο είναι αφιερωμένο στους συναδέλφους μου της Ορχήστρας των Χρωμάτων, στον καλλιτεχνικό της διευθυντή Γιώργο Κουρουπό και τον μαέστρο της Μίλτο Λογιάδη.
Είναι ένα σύντομο (13´) έργο που αφενός προσπαθεί να εξερευνήσει ορισμένες από τις παραμέτρους της μουσικής, όπως για παράδειγμα το ηχόχρωμα. Άλλωστε αυτό υποδηλώνεται και από το τίτλο (colors) με τη διπλή σημασία ηχόχρωμα, αλλά και η ονομασία της ορχήστρας (Ορχήστρα των Χρωμάτων).
Η συναυλία πραγματοποιείται, όπως όλες οι συναυλίες της Alea, στο Tsai Performance Center του Πανεπιστημίου της Βοστόνης.
